Μια πολύ σημαντική ανασκόπηση δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο Αμερικανικό Κολέγιο Καρδιολογίας (A M E R I C A N  C O L L E G E O F  C A R D I O L O G Y). Στόχος της ήταν να αναδείξει την ύπαρξη ή μη συσχέτισης μεταξύ της κατανάλωσης Κορεσμένων Λιπαρών Οξέων και της εμφάνισης καρδιαγγειακών νοσημάτων και να προτείνει μια ασφαλή για την υγεία πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών (SFAs).

 

Για να μελετήσουμε αυτή την υπόθεση, πρέπει να γίνει ένας απαραίτητος  διαχωρισμός. Να διαχωριστούν δηλαδή τα κορεσμένα λιπαρά της δίαιτας από αυτά που κυκλοφορούν στην κυκλοφορία του αίματος. Αυτά που κυκλοφορούν στο αίμα πράγματι αυξάνουν τον κίνδυνο για μεταβολικό σύνδρομο, διαβήτη, CVD, καρδιακή ανεπάρκεια και θνησιμότητα, τα οποία επίπεδα όμως ανεβαίνουν από την υψηλή διαιτητική πρόσληψη υδατανθράκων και όχι από τροφές που περιέχουν κορεσμένα λιπαρά! Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, η αυξημένη κατανάλωση υδατανθράκων, και ιδιαίτερα επεξεργασμένων, είναι αυτή που σχετίζεται με για παχυσαρκία, υπερτριγλυκεριδαιμία, υπεργλυκαιμία, καρδιαγγειακά , καρδιακή ανεπάρκεια και ΣΔτ2. Αντίθετα, η κατανάλωση λίπους συσχετίστηκε αντίστροφα με τον κίνδυνο στεφανιαίας νόσου και τη θνησιμότητα, ενώ παράλληλα φάνηκε να παρέχει προστατευτική δράση για το έμφραγμα.

Σύμφωνα με άλλη μεγάλη έρευνα του Ηνωμένου Βασιλείου, προτείνεται αναθεώρηση των δεικτών ελέγχου του καρδιαγγειακού κινδύνου, καθώς τα επίπεδα LDL του πλάσματος  που χρησιμοποιούνται ανέκαθεν, φαίνεται τελικά να μην είναι πάντα αξιόπιστος δείκτης. Τα επίπεδα της LDL αντανακλούν την συγκέντρωση των μεγάλων σωματιδίων LDL που είναι μεν μεγαλύτερης συγκέντρωσης σε χοληστερόλη αλλά δεν σχετίζονται με κίνδυνο για καρδιαγγειακή νόσο, τόσο όσο τα μικρότερα σωματίδια οξειδωμένης LDL.

Πλέον συστήνεται να μην κρίνουμε ένα τρόφιμο από τα κορεσμένα που περιέχει αλλά τα κοιτάμε το λεγόμενοFood matrix”, που αντιστοιχεί στο συνολικό θρεπτικό περιεχόμενο κάθε τροφίμου, και στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται πως αυτό είναι που σχετίζεται με την καρδιαγγειακή υγεία και όχι τα SFAs του κάθε τροφίμου. Αποενοχοποιούνται έτσι τρόφιμα που περιέχουν SFAs αλλά δεν επιβαρύνουν την καρδιαγγειακή υγεία, όπως:

α)τα γαλακτοκομικά, τα οποία αποτελούν επίσης πηγή σημαντικών μικροθρεπτικών συστατικών και μπορεί να είναι μέχρι και προστατευτικά για την ανάπτυξη ΣΔτ2,

β)το μη επεξεργασμένο κρέας.  Συστήνεται όμως σε “ταπεινές” ποσότητες.

γ) η μαύρη σοκολάτα, η οποία περιέχει στεατικό οξύ που δεν επηρεάζει τον κίνδυνο για CVD, αλλά  χάρις στα υπόλοιπα συστατικά της μπορεί να έχει αντιοξειδωτική, αντιϋπερτασική, αντιφλεγμονώδη, αντιαθηρογενετική και αντιθρομβωτική δράση καθώς και προληπτική δράση έναντι των CVD και του ΣΔ2.

Η συγκεκριμένη έρευνα εστιάζει και σχέση διατροφής & γονοδίων, καθώς το γενετικό υπόβαθρο παίζει ρόλο και στην μεταβολική απόκριση στο κορεσμένο λίπος (γονίδιο ΑΡΟΕ) και στην παχυσαρκία (αλληλόμορφο Τ). Δεν θα πρέπει όμως να συστήνεται περαιτέρω μείωση της κατανάλωσης SFA, αφού δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά και επιπροσθέτως μπορεί να οδηγήσει α) σε αποκλεισμό τροφίμων που μειώνουν τον κίνδυνο για CVD, ΣΔτ2, υποθρεψία και β) σε αυξημένη κατανάλωση επεξεργασμένου αμύλου και σακχάρων. Προτείνεται, λοιπόν, μια προσέγγιση εξατομικευμένη, βασισμένη στα τρόφιμα και κυρίως σε τρόφιμα με μικρή επεξεργασία, μέχρι να γίνουν πλήρως κατανοητές οι επιδράσεις των ενώσεων που προκύπτουν απ’ την επεξεργασία των τροφίμων. Η έρευνα συνεχίζεται…